Μετάφραση του "lavandino" σε Ελληνικά
Οι νιπτήρας, νεροχύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lavandino" σε Ελληνικά.
lavandino
noun
masculine
γραμματική
Una scodella, catino, usato per lavarsi o lavare i piatti, che di solito é fissato al muro.
-
νιπτήρας
noun masculineIl lavandino del bagno degli uomini e'molto sporco.
Ναι, ο νιπτήρας στις αντρικές είναι μέσα στη βρώμα.
-
νεροχύτης
noun masculineC'e'un lavandino pieno di piatti quando hai finito qui.
Ο νεροχύτης είναι γεμάτος πιάτα, όταν τελειώσεις με αυτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lavandino " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lavandino"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη