Μετάφραση του "legale" σε Ελληνικά
Οι δικηγόρος, νόμιμος, νομικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "legale" σε Ελληνικά.
legale
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
δικηγόρος
noun masculineGuarda, come legale non dovrei affatto essere qui.
Κοίτα, ως δικηγόρος, δεν θα έπρεπε να είμαι καν εδώ.
-
νόμιμος
adjective masculineLa revisione legale è concepita in modo da garantire che non si abusi del privilegio.
Ο νόμιμος έλεγχος είναι έτσι σχεδιασμένος ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα κατάχρησης αυτού του προνομίου.
-
νομικός
noun masculineDashkevich, incluse torture e diniego di accesso alla rappresentanza legale.
Dashkevich, μεταξύ άλλων για βασανιστήρια και άρνηση πρόσβασης σε νομική εκπροσώπηση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θεμιτός
- ρητορικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " legale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "legale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Έδρα
-
ένδικο μέσο
-
νόμιμη διάρκεια της εργασίας
-
Θερινή ώρα
-
άσκηση συλλογικής αγωγής
-
αόριστη νομική έννοια
-
Αγωγή · αγωγή · δίωξη
-
χωρισμός με δικαστική απόφαση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη