Μετάφραση του "libido" σε Ελληνικά

Οι λαγνεία, λίμπιντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "libido" σε Ελληνικά.

libido noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαγνεία

    noun feminine
  • λίμπιντο

    Potrebbe dipendere dalla perdita di vitalita'legata all'eta', vuole dare slancio alla libido.

    Μπορεί να έχει σχέση με την απώλεια της ζωντάνιας λόγω ηλικίας, να θέλει μια ενίσχυση της λίμπιντο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " libido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "libido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη