Μετάφραση του "libido" σε Ελληνικά
Οι λαγνεία, λίμπιντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "libido" σε Ελληνικά.
libido
noun
feminine
γραμματική
-
λαγνεία
noun feminine -
λίμπιντο
Potrebbe dipendere dalla perdita di vitalita'legata all'eta', vuole dare slancio alla libido.
Μπορεί να έχει σχέση με την απώλεια της ζωντάνιας λόγω ηλικίας, να θέλει μια ενίσχυση της λίμπιντο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " libido " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη