Μετάφραση του "licopene" σε Ελληνικά

Το Λυκοπένιο είναι η μετάφραση του "licopene" σε Ελληνικά.

licopene noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λυκοπένιο

    composto chimico (carotenoide)

    L'irrigazione con acque saline comporta l'aumento del tenore di licopene.

    Η άρδευση με αλατούχα ύδατα αυξάνει την περιεκτικότητα σε λυκοπένιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licopene " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "licopene"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licopene" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη