Μετάφραση του "lignaggio" σε Ελληνικά
Οι γενεαλογία, καταγωγή, πρόγονοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lignaggio" σε Ελληνικά.
lignaggio
noun
masculine
γραμματική
I discendenti di un individuo.
-
γενεαλογία
noun femininePer stabilire il vero valore di un bambino, si deve accertarne il lignaggio.
Για να βρούμε την πραγματική αξία του παιδιού, πρέπει πρώτα να βρούμε την γενεαλογία.
-
καταγωγή
noun feminineLa vostra voce e le vostre maniere mi dicono che siete di nobile lignaggio.
Μπορώ να πώ πως η φωνή σας και οι τρόποι σας προέρχονται από ευγενή καταγωγή.
-
πρόγονοι
noun m-pMi chiedo quanto tempo impiegherà a maledire il suo lignaggio.
Αναρωτιέμαι πόσο θα του πάρει μέχρι να καταραστεί κι αυτός τους προγόνους του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lignaggio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη