Μετάφραση του "limite" σε Ελληνικά

Οι όριο, σύνορο, μεθόριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limite" σε Ελληνικά.

limite noun masculine γραμματική

Il punto, bordo o linea oltre la quale qualcosa non può o non deve procedere. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όριο

    noun neuter

    I documenti d'importazione sono rilasciati entro il limite del quantitativo indicato nelle domande.

    Τα έγγραφα χορηγούνται μέσα στα όρια της ποσότητας που αναφέρεται στις αιτήσεις.

  • σύνορο

    noun neuter

    Stai lontano dal limite perche'non avrai una seconda possibilita'.

    Μείνε μακριά απ'τα σύνορα γιατί δεν θα'χεις δεύτερη ευκαιρία.

  • μεθόριος

    Be', lui e'un caso limite di personalita'bipolare altamente funzionale.

    Λοιπόν, είναι υψηλής λειτουργικότητας διπολική, μεθόρια προσωπικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γραμμή
    • Όριο
    • τέλος
    • υδατογράφημα
    • δεσμευμένος
    • όρια αντικειμένου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "limite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη