Μετάφραση του "lineare" σε Ελληνικά
Το γραμμικός είναι η μετάφραση του "lineare" σε Ελληνικά.
lineare
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
γραμμικός
AdjectiveNell'intervallo operativo, il sistema cromatografico dà una risposta lineare.
Στην περιοχή εργασίας, το χρωματογραφικό σύστημα πρέπει να παρέχει γραμμική απόκριση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lineare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lineare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εξίσωση ευθείας
-
τμήμα γραμμής
-
γραμμική μέτρηση · γραμμική μονάδα
-
γραμμή τάσης κυλιόμενου μέσου
-
αεριωθούμενο επιβατηγό αεροσκάφος
-
Γραμμική άλγεβρα · γραμμική άλγεβρα
-
προέλευση δεδομένων χωρίς σύνδεση
-
Γραμμική Α
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη