Μετάφραση του "linfoma" σε Ελληνικά

Το λέμφωμα είναι η μετάφραση του "linfoma" σε Ελληνικά.

linfoma noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέμφωμα

    noun neuter

    gruppo di tumori del tessuto linfoide (linfociti T e B, NK e loro precursori)

    Piu'o meno quando divenni procuratrice a mia madre trovarono un linfoma.

    Την περίοδο που έγινα εισαγγελέας, η μαμά μου αρρώστησε με λέμφωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linfoma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linfoma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη