Μετάφραση του "liquidi" σε Ελληνικά
Οι μετρητά, τοις μετρητοίς, ρευστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquidi" σε Ελληνικά.
liquidi
noun
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
μετρητά
noun neuterI mezzi equivalenti a disponibilità liquide e i prestiti sono rilevati quando il contante viene erogato ai mutuatari.
Τα ταμειακά διαθέσιμα και τα δάνεια αναγνωρίζονται όταν μεταβιβάζονται μετρητά στους δανειζόμενους.
-
τοις μετρητοίς
nounUn esempio è un’opzione di acquisto di azione estinta tramite disponibilità liquide nette
Ένα παράδειγμα αποτελεί το μετοχικό δικαίωμα προαίρεσης που διακανονίζεται συμψηφιστικά τοις μετρητοίς
-
ρευστό
noun neuterIl nome con cui si definisce il suono dell'aria contro un liquido.
Είναι ο ήχος που κάνει αέρας όταν τρίβεται σε κάτι ρευστό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liquidi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "liquidi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δακρυϊκό υγρό
-
υγρή κοπριά (υγρό λίπασμα)
-
συστημα ψηξης
-
διαχωριστής ελαφρών υγρών
-
υγρός κρύσταλλος
-
εγκεφαλονωτιαίο υγρό
-
Υγρό · μετρητά · ρευστό · υγρό · υγρός
-
υγρός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη