Μετάφραση του "liquore" σε Ελληνικά

Οι λικέρ, ηδύποτο, οινοπνευματώδες ποτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquore" σε Ελληνικά.

liquore noun masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λικέρ

    noun neuter

    αλκοολούχο ποτό

    E, uh, senza dimenticare l'intera famiglia dei liquori.

    Kαι να μην ξεχάσoυμε την oικoγένεια των λικέρ.

  • ηδύποτο

    Noun neuter

    L’unica differenza concettuale rispetto al marchio anteriore consiste, così, nella precisazione che il liquore proviene da una certa zona costiera.

    Έτσι, η μόνη εννοιολογική διαφορά σε σχέση με το προγενέστερο σήμα συνίσταται στη διευκρίνιση ότι το ηδύποτο αυτό προέρχεται από κάποια παραθαλάσσια περιοχή.

  • οινοπνευματώδες ποτό

    noun

    Dopo aver accettato un po’ del loro liquore, Rip inizia ad avere sonno e chiude gli occhi per un attimo.

    Αφού δέχθηκε λίγο από το οινοπνευματώδες ποτό τους, ο Ριπ νυστάζει και κλείνει τα μάτια του για μια στιγμή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liquore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "liquore"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liquore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη