Μετάφραση του "livello" σε Ελληνικά

Οι επίπεδο, στάθμη, πρότυπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "livello" σε Ελληνικά.

livello noun verb masculine γραμματική

Livello in un intervallo continuo di dimensione o quantità.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίπεδο

    noun neuter

    Ciò fa salire le importazioni della categoria al 150 % del livello di guardia.

    Οι εισαγωγές προϊόντων αυτής της κατηγορίας ανέρχονται, ως εκ τούτου, στο 150 % του επιπέδου συναγερμού.

  • στάθμη

    noun feminine

    Portare il livello esattamente al bordo superiore del tubo laterale.

    Ευθυγραμμίζεται επακριβώς η στάθμη με το άνω χείλος του πλευρικού σωλήνα.

  • πρότυπο

    noun neuter

    Qualsiasi mancata osservanza dei requisiti di sicurezza nucleare concordati a livello internazionale dev'essere condannata apertamente e fermamente.

    Η παραμέληση διεθνώς συμφωνημένων προτύπων πυρηνικής ασφάλειας θα πρέπει να καταδικάζεται ανοιχτά και αποφασιστικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαθμός
    • αλφάδι
    • υπόδειγμα
    • βαθμίδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " livello " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "livello" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "livello" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη