Μετάφραση του "lodo" σε Ελληνικά

Το διαιτησία είναι η μετάφραση του "lodo" σε Ελληνικά.

lodo noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιτησία

    noun

    Le decisioni che incorporano lodi arbitrali sono spesso (anche se non sempre) riconosciute ed eseguite in conformità del regolamento.

    Οι αποφάσεις που περιλαμβάνουν διαιτησία συχνά (αν και όχι πάντοτε) αναγνωρίζονται και εκτελούνται σύμφωνα με τον κανονισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lodo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lodo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δοξάζω · επαινώ · επικροτώ · υμνώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lodo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη