Μετάφραση του "lordo" σε Ελληνικά
Οι βρόμικος, ακαθάριστος, λερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lordo" σε Ελληνικά.
lordo
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
βρόμικος
adjective -
ακαθάριστος
adjectiveLa formazione lorda di capitale fisso finanziata a livello nazionale è ripartita su un periodo di quattro anni.
Ο εθνικά χρηματοδοτούμενος ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου εξομαλύνεται σε διάστημα τετραετίας.
-
λερωμένος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lordo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lordo"
Φράσεις παρόμοιες με "lordo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακαθάριστο περιφερειακό προϊόν
-
βρομίζω · λεκιάζω · λερώνω · ρυπαίνω · σπιλώνω
-
Ακαθάριστο εθνικό προϊόν · ακαθάριστο εθνικό προϊόν
-
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν · ακαθάριστο εγχώριο προϊόν
-
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν
-
απόδοση · μέρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη