Μετάφραση του "luccio" σε Ελληνικά

Οι πέρκα, λούτσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "luccio" σε Ελληνικά.

luccio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέρκα

    noun feminine
  • λούτσος

    noun masculine

    E arriva questo enorme luccio con delle fauci enormi e i denti affilati.

    Τότε ήρθε ένας τεράστιος λούτσος με τεράστια σαγόνια και δόντια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " luccio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "luccio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη