Μετάφραση του "magro" σε Ελληνικά
Οι λεπτός, αδύνατος, κοκαλιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "magro" σε Ελληνικά.
magro
adjective
noun
masculine
γραμματική
(Di persona o animale) Stretto di taglia, tipico di chi ha poco grasso nel corpo.
-
λεπτός
adjective masculineΣτενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.
Penso che Tom sia magro.
Νομίζω ότι ο Τομ είναι λεπτός.
-
αδύνατος
adjectiveEcco, uno di loro era molto grasso e l'altro molto magro.
Ο ένας ήταν πολύ χοντρός, κι ο άλλος κάπως αδύνατος.
-
κοκαλιάρης
Στενός σε μέγεθος. Ειδικά για ανθρώπους και ζώα, ορίζει κάποιον που έχει λίγο λίπος.
Era solo un uomo patetico, magro e malato, triste.
Ήταν απλώς ένας αξιολύπητος, κοκαλιάρης και άρρωστος και θλιμμένος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άπαχος
- φτωχός
- ισχνός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " magro " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "magro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χαμηλή παροχή (ροή)
-
εποχή των ισχνών αγελάδων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη