Μετάφραση του "malcontento" σε Ελληνικά

Το δυσαρέσκεια είναι η μετάφραση του "malcontento" σε Ελληνικά.

malcontento adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσαρέσκεια

    noun feminine

    Il pacchetto è arrivato in un momento di crescente reazione e malcontento popolare riguardo all'aspetto sociale dell'Europa.

    Το πακέτο ήρθε σε μια περίοδο με αυξανόμενες αντιδράσεις και λαϊκή δυσαρέσκεια για το κοινωνικό πρόσωπο της Ευρώπης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malcontento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "malcontento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malcontento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη