Μετάφραση του "malversazione" σε Ελληνικά

Οι κατάχρηση, υπεξαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "malversazione" σε Ελληνικά.

malversazione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάχρηση

    noun feminine

    Naturalmente la Commissione non ha il monopolio delle malversazioni.

    Βέβαια, η Επιτροπή δεν έχει το μονοπώλιο των καταχρήσεων.

  • υπεξαίρεση

    noun feminine

    Come la complicità in corruzione, malversazione, evasione ed estorsione.

    Όπως και η συνεργία σε δωροδοκία, υπεξαίρεση, διαφυγή φόρων κι εκβιασμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malversazione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malversazione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη