Μετάφραση του "mammone" σε Ελληνικά

Οι μαμάκιας, μαμόθρευτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mammone" σε Ελληνικά.

mammone noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαμάκιας

    Beh, tu sei un mammone che ha paura di cantare in pubblico!

    Εσύ είσαι ένας μαμάκιας που φοβάται να τραγουδήσει δημόσια.

  • μαμόθρευτο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mammone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mammone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη