Μετάφραση του "mandorlato" σε Ελληνικά

Οι Μαντολάτο, μαντολάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mandorlato" σε Ελληνικά.

mandorlato adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μαντολάτο

    dolce tipico natalizio a base di miele, zucchero, albume d'uovo e mandorle

  • μαντολάτο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mandorlato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mandorlato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη