Μετάφραση του "manicaretto" σε Ελληνικά

Το λιχουδιά είναι η μετάφραση του "manicaretto" σε Ελληνικά.

manicaretto noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιχουδιά

    noun

    E gli insetti, in cambio di tale manicaretto, si occupano di diffondere il polline.

    Και τα έντομα, ως αντάλλαγμα σ'αυτή τη λιχουδιά αναλαμβάνουν να σκορπίσουν τους σπόρους των λουλουδιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " manicaretto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "manicaretto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη