Μετάφραση του "mano" σε Ελληνικά

Οι χέρι, παλάμη, χείρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mano" σε Ελληνικά.

mano noun feminine γραμματική

Parte del braccio unita all'avambraccio degli arti superiori dei primati (uomini inclusi).

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χέρι

    noun neuter

    το άνω άκρο του σώματος [..]

    Melanie ha ucciso un ragno con la sua mano.

    Η Μέλανι σκότωσε μια αράχνη με το χέρι της.

  • παλάμη

    noun feminine

    Metti il palmo della mano sullo stomaco e fai pressione.

    Βάλε την παλάμη στο στομάχι και πίεσε κάτω.

  • χείρα

    Mi auguro che saremo sempre pronti a tender loro una mano d’aiuto e un cuore amorevole.

    Είθε να είμαστε πάντοτε έτοιμοι να εκτείνουμε σε αυτούς μία χείρα βοηθείας και μία στοργική καρδιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Χέρι
    • μοιρασιά
    • μοίρασμα
    • γράψιμο
    • επίχριση
    • μερισμός
    • επικάλυμμα
    • διανομή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mano " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mano"

Φράσεις παρόμοιες με "mano" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mano" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη