Μετάφραση του "manufatto" σε Ελληνικά
Οι τέχνεργο, κατασκευασμένος - μεταποιημένος, μεταποιημένο προϊόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manufatto" σε Ελληνικά.
manufatto
noun
masculine
γραμματική
-
τέχνεργο
oggetto la cui forma è giustificata dalla prestazione a cui era destinato
-
κατασκευασμένος - μεταποιημένος
-
μεταποιημένο προϊόν
Indicare il numero di unità nel caso di manufatti che vengono più agevolmente quantificati in questo modo.
Αναγράφεται ο αριθμός των τεμαχίων στις περιπτώσεις που είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος για να ποσοτικοποιηθεί μεταποιημένο προϊόν.
-
μικρό τεχνικό έργο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " manufatto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "manufatto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεταποιητικό εμπόριο
-
βιομηχανία προϊόντων σκυροδέματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη