Μετάφραση του "marittimo" σε Ελληνικά
Οι ναυτικός, θαλάσσιος, ναύτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marittimo" σε Ελληνικά.
marittimo
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
ναυτικός
noun masculinepersona che lavora a bordo di una nave, nelle costruzioni navali o nei porti
La presente direttiva entra in vigore il giorno dell’entrata in vigore della convenzione sul lavoro marittimo del 2006.
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης του 2006 για τη ναυτική εργασία.
-
θαλάσσιος
adjectiveIl turismo marittimo e costiero è interconnesso, in varie località, con il turismo fluviale.
Ο θαλάσσιος και παράκτιος τουρισμός συνδέονται, σε διάφορες περιοχές, με τον ποτάμιο τουρισμό.
-
ναύτης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " marittimo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "marittimo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θαλάσσιο σύνορο
-
Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα
-
Διεθνής Οργανισμός Ναυσιπλοΐας
-
εμπορική ναυτιλία
-
τομέας δημόσιας ναυτιλίας
-
ο εκπρόσωπος ενός πλοιοκτήτη
-
ναυτιλιακή διάσκεψη
-
θαλάσσια αλιεία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη