Μετάφραση του "materiale" σε Ελληνικά

Οι υλικό, υλικός, υλικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "materiale" σε Ελληνικά.

materiale adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υλικό

    noun neuter

    Questa norma non si applica alle barbatelle franche ottenute da materiale di moltiplicazione erbaceo.

    Το πρότυπο αυτό δεν ισχύει για τα έρριζα απλά φυτά που προέρχονται από πολλαπλασιαστικό υλικό χλωρών βλαστών.

  • υλικός

    adjective masculine

    Comunque per motivi di chiarezza può essere opportuno procedere alla ridenominazione materiale il più presto possibile.

    Για λόγους σαφήνειας θα ήταν σκόπιμο ο υλικός επαναπροσδιορισμός να λάβει χώρα το ταχύτερο δυνατόν.

  • υλικά

    adjective noun

    Ogni individuo ha diritto alla protezione degli interessi morali e materiali derivanti da ogni produzione scientifica, letteraria e artistica di cui egli sia autore.

    Καθένας έχει το δικαίωμα να προστατεύονται τα ηθικά και υλικά συμφέροντα του που απορρέουν από κάθε είδους επιστημονική, λογοτεχνηκή ή καλλιτεχνική παραγωγή του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξοπλισμός
    • εργαλείο
    • ύφασμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " materiale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "materiale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "materiale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη