Μετάφραση του "materni" σε Ελληνικά

Οι μητρική, μητρικό, μητρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "materni" σε Ελληνικά.

materni adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητρική

    adjective

    L'ebraico è la mia lingua materna.

    Τα Εβραϊκά είναι η μητρική μου γλώσσα.

  • μητρικό

    adjective

    L'alimentazione di base dei mammiferi giovani è il latte naturale, di preferenza quello materno.

    Η διατροφή των νεαρών θηλαστικών πρέπει να βασίζεται στο φυσικό και κατά προτίμηση στο μητρικό γάλα.

  • μητρικός

    adjective masculine

    L'ebraico è la mia lingua materna.

    Τα Εβραϊκά είναι η μητρική μου γλώσσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " materni " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "materni" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θείος
  • μητρικός παππούς · παππούς
  • εκ μητρός · μητέρα · μητρική · μητρικό · μητρικός · παξιμάδι
  • μητρική · μητρικό · μητρικός
  • μητρική · μητρικό · μητρικός
  • νηπιαγωγείο · φυτώριο
  • Μητρικό γάλα · μητρικό γάλα
  • μητρική γλώσσα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "materni" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη