Μετάφραση του "maturo" σε Ελληνικά
Το ώριμος είναι η μετάφραση του "maturo" σε Ελληνικά.
maturo
adjective
verb
masculine
γραμματική
Riferito ad uno stile: non agli inizi, che si trova nella fase pienamente sviluppata. [..]
-
ώριμος
adjectiveSono un uomo maturo, e questo e'un rapporto maturo basato sul rispetto e la fiducia.
Είμαι ώριμος άνδρας, και αυτή είναι μια σχέση, βασισμένη στην εμπιστοσύνη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maturo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "maturo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γίνομαι · μεγαλώνω · μεστώνω · ωριμάζω · ώριμος
-
Ενήλικες
-
Ακατάλληλο για ανηλίκους
-
ώριμος
-
απόφοιτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη