Μετάφραση του "mendicante" σε Ελληνικά

Οι ζητιάνος, ζητιάνα, επαίτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mendicante" σε Ελληνικά.

mendicante adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζητιάνος

    noun masculine

    Lo scorso Natale, sono rimasto seduto fuori da casa tua come un mendicante.

    Τα προηγούμενα Χριστούγεννα, έκατσα έξω από το σπίτι σας, σαν ζητιάνος.

  • ζητιάνα

    noun feminine

    Sono io la mendicante, Mosè, che ti prega di tenermi tra le tue braccia.

    Εγώ είμαι η ζητιάνα Μωυσή, ζητιάνα της αγκαλιάς σου.

  • επαίτης

    noun masculine

    Sono un frate mendicante dell'ordine di San Benedetto.

    Είμαι ένας επαίτης μοναχός από το Τάγμα του Αγίου Βενέδικτου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mendicante " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mendicante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mendicante" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη