Μετάφραση του "mentale" σε Ελληνικά
Οι πνευματικός, διανοητικός, νοητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mentale" σε Ελληνικά.
mentale
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
πνευματικός
adjective masculineσε σχέση με το πνεύμα ως διανοητική εργασία ή ικανότητα
Il testimone non puo'conoscere lo stato mentale del mio cliente.
Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να γνωρίζει την πνευματική κατάσταση του πελάτη μου.
-
διανοητικός
adjective masculineL’attitudine mentale che aveva Gesù verso i malati ci è d’esempio.
Η διανοητική στάση του Ιησού προς τους αρρώστους θέτει ένα παράδειγμα για εμάς.
-
νοητικός
adjective masculineAlex ha gia'sconfitto una volta i tuoi giochetti mentali.
Η Άλεξ έχει ξανακερδίσει τα νοητικά σου παιχνίδια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γενειακός
- πωγωνικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mentale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mentale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νοεροί υπολογισμοί
-
Νοητικό πείραμα
-
Ψυχική υγεία
-
υγεία · ψυχική υγεία
-
παραφροσύνη · τρέλα · φρενοβλάβεια
-
ψυχολογική κατάσταση
-
γνωστικό περιεχόμενο
-
νοητική επίδραση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη