Μετάφραση του "mercantile" σε Ελληνικά

Το εμπορικός είναι η μετάφραση του "mercantile" σε Ελληνικά.

mercantile adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπορικός

    adjective

    – la flotta mercantile combinata di detti Stati rappresenta almeno il 40% della stazza lorda della flotta mercantile mondiale; e

    – ο συνολικός εμπορικός στόλος των κρατών αυτών αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 40 τοις εκατό της ολικής χωρητικότητας της παγκόσμιας εμπορικής ναυτιλίας και

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mercantile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mercantile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mercantile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη