Μετάφραση του "minacciare" σε Ελληνικά

Οι απειλώ, διακινδυνεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minacciare" σε Ελληνικά.

minacciare verb γραμματική

Mettere in pericolo.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απειλώ

    verb

    Non rimarro'a Capua mentre le settimane minacciano di diventare scomodi mesi.

    Δεν θα κάθομαι άπραγη στην Κάπουα καθώς εβδομάδες απειλούν ανεπιθύμητους μήνες.

  • διακινδυνεύω

    verb

    Legittimita'a parte, questa mossa incauta di Sally Langston minaccia la nostra autorita'.

    Άσχετα με την νομικότητα, η παράτολμη κίνηση της Σάλυ Λάνγκστον διακινδυνεύει την θέση μας στον κόσμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minacciare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "minacciare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minacciare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη