Μετάφραση του "minore" σε Ελληνικά
Οι ανήλικος, μινόρε, ελάσσων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minore" σε Ελληνικά.
Persona che è troppo giovane per essere considerata giuridicamente competente secondo le leggi di una giurisdizione.
-
ανήλικος
noun masculinePersona che è troppo giovane per essere considerata giuridicamente competente secondo le leggi di una giurisdizione.
Nel contratto stipulato con il fornitore, il minore è un semplice consumatore.
Είναι πρόδηλο ότι ο ανήλικος συνάπτει ως καταναλωτής τη σχετική σύμβαση με τον πωλητή.
-
μινόρε
nounChe a quanto pare ha anche composto uno studio in sol minore.
Η οποία προφανώς συνέθεσε μια σπουδή σε σολ μινόρε.
-
ελάσσων
adjectiveLa seta ampollacea minore è usata per tessere la tela.
H ελάσσων φύσιγγα μεταξιού χρησιμοποιείται στην κατασκευή του ιστού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μείον
- βρέφος
- νήπιο
- λίγος
- ασήμαντος
- ήσσων
- λιγοστός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " minore " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "minore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σταυραετός
-
Φλυαρογεράκα
-
Μικρά Ασία
-
νανοτσικλιτάρα
-
Όλοι έχουν μικρά μυστικά.
-
Αίλουρος ο φωτεινός · Κόκκινο πάντα
-
ελάχιστη εγγυημένη τιμή
-
αναμορφωτήριο