Μετάφραση του "missionario" σε Ελληνικά

Το ιεραπόστολος είναι η μετάφραση του "missionario" σε Ελληνικά.

missionario adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιεραπόστολος

    noun masculine

    colui che si impegna a diffondere una religione in aree in cui non è ancora diffusa

    Successivamente, ebbe un grande mutamento di cuore e servì come possente missionario.

    Αργότερα πέρασε μέσα από μια δραματική αλλαγή καρδιάς και υπηρέτησε ως ισχυρός ιεραπόστολος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " missionario " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "missionario" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "missionario" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη