Μετάφραση του "mistico" σε Ελληνικά

Οι μυστικιστής, μυστηριακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mistico" σε Ελληνικά.

mistico adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυστικιστής

    noun masculine

    persone che crede e pratica la mistica

    Un mistico direbbe che siamo tutti un'enorme zuppa.

    Ένας μυστικιστής, λέει ότι είμαστε όλοι μια μεγάλη σούπα.

  • μυστηριακός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mistico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mistico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μυστικισμός · μυστικισμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mistico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη