Μετάφραση του "moda" σε Ελληνικά

Οι μόδα, νεωτερισμός, συρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moda" σε Ελληνικά.

moda noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόδα

    noun feminine

    comportamenti collettivi con criteri mutevoli legati al costume avente precise funzioni sociali

    Voglio solo essere alla moda e copio quello che vedo sulle riviste.

    Προσπαθώ να είμαι στη μόδα και κάνω ότι βλέπω στα περιοδικά.

  • νεωτερισμός

    noun neuter

    I motori dell’industria della moda sono principalmente due: il desiderio di novità e quello di conformarsi.

    Δύο βασικές επιθυμίες τροφοδοτούν τη βιομηχανία της μόδας—ο νεωτερισμός και η συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα.

  • συρμός

    noun masculine

    4.17 Da parte delle imprese si teme che l'«imprenditorialità» stia diventando una nuova moda nell'istruzione superiore.

    4.17 Από την πλευρά των επιχειρήσεων εκφράζεται το μέλημα ότι η «επιχειρηματικότητα» καθίσταται πλέον ο νέος συρμός της ανωτάτης εκπαίδευσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνήθεια
    • διαμορφώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moda " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "moda" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moda" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη