Μετάφραση του "moderato" σε Ελληνικά

Οι μέτριος, λογικός, μετρημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moderato" σε Ελληνικά.

moderato adjective verb masculine γραμματική

Riferito all’andamento di una variabile economica e sim. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτριος

    adjective masculine

    La presenza degli attributi piccante e amaro è moderata, mentre si constata la mancanza di astringenza.

    Είναι μετρίως πικάντικο και πικρό και δεν παρουσιάζει στυφότητα.

  • λογικός

    adjective

    Si assicureranno che il volume dell’audio sia moderato e non copra le voci dei fratelli che conversano.

    Πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ένταση της μουσικής είναι σε λογικά επίπεδα και δεν καταπνίγει τις συζητήσεις.

  • μετρημένος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οφειλόμενος
    • τίμιος
    • μετριοπαθής
    • κεντρώος
    • μετριόφρων
    • φρόνιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moderato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "moderato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μετριάζω · περιορίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moderato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη