Μετάφραση του "molecola" σε Ελληνικά
Οι μόριο, άτομο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "molecola" σε Ελληνικά.
molecola
noun
feminine
γραμματική
-
μόριο
noun neuterL’acido citrico può essere anidro o contenere una molecola di acqua.
Το κιτρικό οξύ μπορεί να είναι άνυδρο ή να περιέχει ένα μόριο νερού.
-
άτομο
noun neuterHa qualcosa a che fare con le cariche positive e negative in una molecola dell'acqua.
Έχει να κάνει με τη... θετική και την αρνητική φόρτηση στα άτομα του νερού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " molecola " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "molecola" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διατομικό μόριο
-
γραμμομόριο · μολ
-
Μόριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη