Μετάφραση του "monaca" σε Ελληνικά
Οι καλόγρια, αδελφή, μοναχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monaca" σε Ελληνικά.
monaca
noun
verb
masculine
γραμματική
-
καλόγρια
noun feminineNon potrebbe essere una prostituta che sta meditando di farsi monaca?
Μοιάζει σαν πόρνη που σκέφτεται να γίνει καλόγρια.
-
αδελφή
noun feminine -
μοναχή
nounoccupazione religiosa
La Commissione è al corrente della mortalità eccezionalmente elevata nella colonia di foche monache di Capo Bianco.
Η Επιτροπή έχει υπόψη της την εξαιρετικά υψηλή θνησιμότητα που παρουσιάστηκε στην αποικία του είδους φώκη η μοναχή του Λευκού ακρωτηρίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monaca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "monaca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ΑΣ Μονακό
-
Η μοναχή
-
Μονακό
-
Αλβέρτος Β ́ του Μονακό
-
Σφαγή του Μονάχου
-
Μόναχο · Μόναχον
-
καλόγερος · μοναχός
-
Μονακό · Μόναχο · Πριγκιπάτο του Μονακό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη