Μετάφραση του "monarchia" σε Ελληνικά

Το μοναρχία είναι η μετάφραση του "monarchia" σε Ελληνικά.

monarchia noun feminine γραμματική

Una forma di governo in cui la carica di capo di stato è ereditaria.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναρχία

    noun feminine

    forma di governo in cui il potere è attribuito solo al re, si spera che tornerà in Italia

    Di questo passo fara'fuori la monarchia prima che il cancro faccia fuori lui.

    Έτσι όπως πάει θα σκοτώσει τη μοναρχία πριν ο καρκίνος σκοτώσει τον ίδιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monarchia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "monarchia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monarchia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη