Μετάφραση του "monastero" σε Ελληνικά

Οι μοναστήρι, μονή, αββαείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monastero" σε Ελληνικά.

monastero noun masculine γραμματική

Abitazione e luogo di lavoro di una comunità di monaci o monache.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναστήρι

    noun neuter

    θρησκευτικός χώρος που διαμένουν μοναχοί [..]

    Vino ottenuto da uve raccolte in vigneti di proprietà di un monastero.

    Οίνοι παραγόμενοι από σταφύλια αμπελώνων μιας εκμετάλλευσης που ανήκει σε μοναστήρι.

  • μονή

    noun feminine

    Il monastero e'in rovina, ma il laboratorio e'ancora intatto.

    Η μονή είναι ερείπια αλλά το εργαστήριο είναι ακόμα άθικτο.

  • αββαείο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monastero " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Monastero
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αββαείο

Φράσεις παρόμοιες με "monastero" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monastero" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη