Μετάφραση του "moneta" σε Ελληνικά

Οι νόμισμα, κέρμα, χρήματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moneta" σε Ελληνικά.

moneta noun verb feminine γραμματική

Quantità non specificata di una divisa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμισμα

    noun neuter

    oggetto metallico dal valore finanziario [..]

    La vita e la morte sono le due facce della stessa moneta.

    Ζωή και θάνατος είναι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

  • κέρμα

    noun neuter

    Αντικείμενο που χρησιμεύει στην πληρωμή, συνήθως μεταλλικό, δισκοειδές αλλά μερικές φορές πολυγωνικό, ή ακόμα με μια τρύπα στη μέση.

    Ha tirato fuori una moneta dalla sua tasca.

    Έβγαλε ένα κέρμα από την τσέπη του.

  • χρήματα

    noun neuter

    Quantità non specificata di una divisa.

    Le monete in euro destinate alla circolazione hanno corso legale in tutta l’area dell’euro.

    Τα κέρματα ευρώ που προορίζονται για κυκλοφορία συνιστούν νόμιμο χρήμα σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρήμα
    • λεφτά
    • Νόμισμα
    • συνάλλαγμα
    • επινοώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moneta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moneta proper
+ Προσθήκη

"Moneta" στο λεξικό Ιταλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Moneta στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "moneta"

Φράσεις παρόμοιες με "moneta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moneta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη