Μετάφραση του "monoteismo" σε Ελληνικά

Το μονοθεϊσμός είναι η μετάφραση του "monoteismo" σε Ελληνικά.

monoteismo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονοθεϊσμός

    noun masculine

    fede in una sola divinità identificata con il termine Dio

    L’ipotesi che il monoteismo degli scritti di Mosè si possa far risalire all’influenza egiziana è dunque del tutto priva di fondamento.

    Επομένως, κάθε υπόνοια ότι ο μονοθεϊσμός των συγγραμμάτων του Μωυσή είναι αποτέλεσμα αιγυπτιακής επιρροής είναι τελείως αβάσιμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monoteismo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monoteismo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη