Μετάφραση του "mormorio" σε Ελληνικά

Οι μουρμούρισμα, ψιθυρίζω, μουρμουρητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mormorio" σε Ελληνικά.

mormorio noun masculine γραμματική

Parlare a voce bassa per non essere sentito.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μουρμούρισμα

    noun neuter
  • ψιθυρίζω

    verb

    Sento solo un mormorio nel cervello.

    Απλά τον ακούω να ψιθυρίζει στο μυαλό μου.

  • μουρμουρητό

    noun neuter

    perché c'era tutto un mormorio che veniva dalla folla,

    γιατί υπήρχε ένα μουρμουρητό από το πλήθος,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mormorio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mormorio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη