Μετάφραση του "morso" σε Ελληνικά

Οι δάγκωμα, δαγκωματιά, στομίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morso" σε Ελληνικά.

morso verb noun masculine γραμματική

L'atto del mordere. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάγκωμα

    noun neuter

    L'atto del mordere.

    Tipo un'operazione di cambio di sesso, o una gravidanza segreta o il morso di un ragno radioattivo.

    Κάτι τύπου εγχείρηση αλλαγής φύλου ή μυστική εγκυμοσύνη ή δάγκωμα από ραδιενεργό αράχνη.

  • δαγκωματιά

    noun feminine

    Prenderà la febbre per il morso del lupo.

    Θ` ανεβάσει πυρετό από τη δαγκωματιά του λύκου.

  • στομίδα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δαγκώνω
    • χαλινάρι
    • συνδετήρας
    • τσιμπολόγημα
    • σιαγόνες εργαλείου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " morso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "morso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "morso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη