Μετάφραση του "morso" σε Ελληνικά
Οι δάγκωμα, δαγκωματιά, στομίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morso" σε Ελληνικά.
morso
verb
noun
masculine
γραμματική
L'atto del mordere. [..]
-
δάγκωμα
noun neuterL'atto del mordere.
Tipo un'operazione di cambio di sesso, o una gravidanza segreta o il morso di un ragno radioattivo.
Κάτι τύπου εγχείρηση αλλαγής φύλου ή μυστική εγκυμοσύνη ή δάγκωμα από ραδιενεργό αράχνη.
-
δαγκωματιά
noun femininePrenderà la febbre per il morso del lupo.
Θ` ανεβάσει πυρετό από τη δαγκωματιά του λύκου.
-
στομίδα
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δαγκώνω
- χαλινάρι
- συνδετήρας
- τσιμπολόγημα
- σιαγόνες εργαλείου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " morso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "morso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρπάζω · μέγγενη
-
Κώδικας Μορς
-
αποφασιστικότητα · δραστικότητα · δύναμη
-
Εμβόλιο για την κροτωγενή εγκεφαλίτιδα
-
δάγκωμα · δαγκάνω · δαγκώνω · τσιμπώ
-
Μορς · αλφάβητο Μορς · κώδικας Μορς
-
δάγκωμα φιδιού
-
Σάμιουελ Μορς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη