Μετάφραση του "morte" σε Ελληνικά

Οι θάνατος, νεκρός, Χάρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morte" σε Ελληνικά.

morte noun feminine γραμματική

Morte di una persona.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάνατος

    noun masculine

    μόνιμος τερματισμός της ζωής [..]

    La vita e la morte sono le due facce della stessa moneta.

    Ζωή και θάνατος είναι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

  • νεκρός

    adjective

    Paolo fu trovato morto.

    Ο Πάολο βρέθηκε νεκρός.

  • Χάρος

    noun masculine

    Beh, l'unico che puo'aiutarci e'Morte, ma si fa viva solo quando qualcuno muore.

    Ο μόνος που μπορεί να μας βοηθήσει είναι ο Χάρος και εμφανίζετε μόνο όταν κάποιος πεθαίνει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θανατάς
    • πεθαμός
    • χάρος
    • αποθαμός
    • αναχώρηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " morte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "morte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "morte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη