Μετάφραση του "motivare" σε Ελληνικά
Οι παρακινώ, προκαλώ, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motivare" σε Ελληνικά.
Costringere o forzare o spingere inesorabilmente o esercitare una pressione coercitiva su, o motivare fortemente (qualcuno).
-
παρακινώ
verbL’esempio di questi giovani ha motivato altri studenti ad essere più tolleranti e amichevoli.
Το παράδειγμα αυτών των νέων ανδρών έχει παρακινήσει άλλους μαθητές να είναι περισσότερο δεκτικοί και φιλικοί.
-
προκαλώ
verbE' una constatazione e non un motivo di scandalo.
Το γεγονός αυτό είναι μια διαπίστωση και δεν πρέπει να προκαλεί σκάνδαλο.
-
βάζω
verbA volte mi viene da pensare che non gli do poi tanti motivi per essere presente.
Μερικές φορές λέω ότι φταίει που δεν τον βάζω αρκετά στη ζωή μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δίνω κίνητρο - ενθαρρύνω
- δικαιολογώ - αιτιολογώ
- παρακινώ - προτρέπω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " motivare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "motivare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μοτίβο επιφάνειας εργασίας
-
αιτιολογία κατάστασης
-
αίτιο · αιτία · κίνητρο · λόγος · μοτίβο
-
γιατί
-
μοτίβο
-
απόλυση για οικονομικούς λόγους
-
άδεια για κοινωνικούς λόγους
-
αποκοπή ασφαλείας