Μετάφραση του "mutuo" σε Ελληνικά

Οι δάνειο, αμοιβαίος, υποθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mutuo" σε Ελληνικά.

mutuo adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάνειο

    noun neuter

    Abbiamo scoperto che suo marito lo aveva usato come garanzia per il mutuo sulla casa.

    Μάθαμε πως ο σύζυγός σας το έβαλε ως ενέχυρο για το δάνειο του σπιτιού σας.

  • αμοιβαίος

    adjective masculine

    Altro aspetto per il nostro futuro è quello del mutuo rispetto delle regole commerciali.

    Άλλο σημαντικό ζήτημα για το μέλλον μας είναι ο αμοιβαίος σεβασμός των εμπορικών κανόνων.

  • υποθήκη

    noun feminine

    Il mutuo che paghi per l'appartamento di tua sorella.

    Η υποθήκη που πληρώνεις για το διαμέρισμα της αδελφής σου.

  • κοινός

    adjective masculine

    Le decisioni del comitato misto sono adottate per mutuo consenso.

    Οι αποφάσεις της μεικτής επιτροπής λαμβάνονται με κοινή συναίνεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mutuo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mutuo
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Υποθήκη

    Il mutuo che paghi per l'appartamento di tua sorella.

    Η υποθήκη που πληρώνεις για το διαμέρισμα της αδελφής σου.

Φράσεις παρόμοιες με "mutuo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mutuo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη