Μετάφραση του "negoziante" σε Ελληνικά
Οι έμπορος, καταστηματάρχης, μαγαζάτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "negoziante" σε Ελληνικά.
negoziante
noun
verb
masculine
γραμματική
Commerciante che possiede o gestisce un negozio di vendita al dettaglio.
-
έμπορος
noun masculineIl mese scorso un negoziante locale fu ucciso da un pirata della strada.
Τον περασμένο μήνα, ένας έμπορος χτυπήθηκε και εγκαταλείφθηκε.
-
καταστηματάρχης
nounLa vittima era un suo amico, proprietario di un negozio a Bridgeport.
Το θύμα ήταν φίλος του, καταστηματάρχης στο Μπρίτζπορτ.
-
μαγαζάτορας
nounBob del negozio ha detto che hanno caricato il suo cibo nei container.
Ο μαγαζάτορας, ο Μπομπ, είπε ότι φόρτωσαν τα τρόφιμά του σε κοντέινερ.
-
επιχειρηματίας
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " negoziante " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "negoziante" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζαχαροπλαστείο
-
ανθοπωλείο
-
διαπραγμάτευση συμφωνίας ΕΚ
-
διαπραγμάτευση Ουρουγουάης
-
ώρα έναρξης της λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων
-
Γύρος Τόκυο
-
διαπραγματεύσεις προσχωρήσεως
-
κατάστημα · ψωνίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη