Μετάφραση του "nerofumo" σε Ελληνικά

Οι αιθάλη, καπνιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nerofumo" σε Ελληνικά.

nerofumo adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθάλη

    noun feminine

    È prodotta a partire da calce viva e nerofumo in seguito a diverse fasi di produzione.

    Παράγεται από ασβεστική άσβεστο και αιθάλη του άνθρακα και εμφανίζεται μετά από αρκετά στάδια παραγωγής.

  • καπνιά

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nerofumo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nerofumo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη