Μετάφραση του "netto" σε Ελληνικά
Οι καθαρός, επίπεδο, διαμέρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "netto" σε Ελληνικά.
netto
adjective
adverb
masculine
γραμματική
Eseguito in maniera energica e decisa.
-
καθαρός
adjectiveL’effetto netto dei prefinanziamenti è costituito dalla liquidazione degli importi di prefinanziamento recuperati.
Το καθαρό αποτέλεσμα της προχρηματοδότησης είναι ο συμψηφισμός των εισπραχθέντων ποσών προχρηματοδοτήσεων.
-
επίπεδο
noun neuterInsomma, il profilo di rischio del patrimonio di Wfa non è diverso da un normale patrimonio netto.
Με άλλα λόγια, το επίπεδο κινδύνου της Wfa δεν διαφέρει πολύ από αυτό του κανονικού μετοχικού κεφαλαίου.
-
διαμέρισμα
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έσοδα
- διαυγής
- 1. καθαρός
- 2. ευκρινής - σαφής
- 3. κατηγορηματικός - σίγουρος - ασφαλής
- κέρδη
- καθαρό ποσό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " netto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "netto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καθαρή εξάντληση πόρων
-
Καθαρή θέση
-
κράτος που εισφέρει περισσότερα από όσα εισπράττει
-
κέρδος
-
τιμή άνευ φόρων
-
έσοδα · κέρδη
-
κράτος που εισπράττει περισσότερα από όσα εισφέρει
-
έσοδα · κέρδη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη