Μετάφραση του "nicchia" σε Ελληνικά

Οι θέση, εσοχή, βαθούλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nicchia" σε Ελληνικά.

nicchia noun verb feminine γραμματική

Incavo di una parete, generalmente a base semicircolare e terminante in un catino nel quale si colloca una statua. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέση

    noun feminine

    Deve anche ritagliarsi una nicchia nel mercato in rapida espansione delle tecnologie ambientali.

    Πρέπει επίσης να αποκτήσει μία θέση στην υπό γρήγορη επέκταση αγορά των τεχνολογιών του περιβάλλοντος.

  • εσοχή

    noun feminine

    In una nicchia vicino alla porta, il bugliolo.

    Σε μια εσοχή πλάι στην πόρτα, ένας υγειονομικός κουβάς.

  • βαθούλωμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nicchia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "nicchia"

Φράσεις παρόμοιες με "nicchia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nicchia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη